Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

''Του γέρου το ΠΑΡΑΠΟΝΟ''


''Του γέρου το ΠΑΡΑΠΟΝΟ'' ποίημα που έγραψε Ποταμιώτης.

Ένα ποίημα που πραγματικά συγκλονίζει όταν το διαβάσει κανείς,
μια ιστορία ενός ηλικιωμένου που συγκινεί τον αναγνώστη....
αξίζει να το διαβάσετε!!!




Απ΄το Γηροκομείο πέρασα να δω ένα γεροντάκι,
καθόταν μόνος σκεπτικός εκεί σένα παγκάκι.

Είχε λιγοστά μαλλιά και πρόσωπο θλιμμένο,
και είχε το παράπονο στα μάτια του γραμμένο.


Φόραγε χονδρό παλτό και κρατούσε κομπολόι,
απ'την τσέπη του κρεμότανε ένα παλιό ρολόι.

Εκεί όπως τον κοίταζα βγάζει ένα μαντήλι,
το χέρι του έκανε σαν το τρεμάμενο καντήλι.


Σκούπισε τα μάτια του και φύσηξε την μύτη,
τότε τον πλησίασα σαν τον καλό Λευίτη.

Κάθισα στο πλάι του χωρίς να του μιλήσω,
ήθελα από σεβασμό να τον χειροφιλήσω.


Ήταν ένας γέροντας με αρχοντιά και χάρη
φαινόταν πως στα νιάτα του ήταν παλικάρι.

Τότε εγώ τον ρώτησα μπάρμπα πως σε λένε,
και άρχισαν τα χείλη του με λυγμούς να κλαίνε.


Είχε πόνο στην καρδιά και παράπονο μεγάλο,
τόσο που ψυχούλα του δεν το μπορούσε άλλο.

Κάτσε παιδί μου να σου πω αυτό που με πικραίνει,
και την γέρικη καρδιά που χρόνια την βαραίνει.


Φτωχός εγώ γεννήθηκα μεγάλωσα με πείνα,
όταν πήρα την απόφαση και πήγα στην Αθήνα.
.
Εκεί λοιπόν εργάστηκα και πέρασαν τα χρόνια,
παντρεμένος με παιδιά και έχω τώρα εγγόνια.


Σαν πήρα λοιπόν την σύνταξη εγώ και η γυναίκα,
φύγαμε για το χωριό οι δυο μας απ'τους δέκα.

Οχτώ παιδιά μεγάλωσα τ'ανέθρεψα με κόπο,
τα χρήματα πού έβγαζα είχαν πιάσει τόπο.


Τα σπούδασα τα πάντρεψα τους έδωσα και προίκα,
σπίτια και οικόπεδα για τα παιδιά μου βρήκα.


Έμενα με την γριά στο χωριό παρέα,
ως που μια μέρα έφυγε απ'τη ζωή μοιραία.



Μόνος εγώ απέμεινα χωρίς την συντροφιά μου,
είχα όμως έλεγα τα καλά παιδιά μου.

Όσο περνούσε ο καιρός κανείς τους δε ρωτούσε,
αν ο Πατέρας στο χωριό μόνος του μπορούσε.


Χτυπάει το τηλέφωνο τρέχω να προφτάσω,
ακούω μια γλυκιά φωνή ''γεια σου Παππού μου Τάσο!!!''.

Ήταν το εγγόνι μου πες μου πως ν'αντέξω???
εδώ που τώρα βρίσκομαι μαζί του πως να παίξω???


Ακούω μετά τον γιόκα μου τι κάνεις ρε Πατέρα?
Τι σκέφτεσαι να κάνουμε από δω και πέρα?


Απάντηση του έδωσα χωρίς να περιμένει,
πως δεν θα πάω σπίτι του αυτός κι'αν επιμένει.


Πατέρα μου λέει δεν χωράς με συγχωρείς συγνώμη,
αλλά έχω να σου πω την εξής τη γνώμη.

Τότε ασυγκράτητα τρέχαν τα δάκρυά μου,
την κυρά μου σκέφτηκα που ήταν μακριά μου.


Μου λέει λοιπόν σκεφτήκαμε για να μην είσαι μόνος,
να πας εκεί στο ίδρυμα να περάσει λίγο ο χρόνος.

Δεν είχα καν τη δύναμη άλλο πια να κλάψω,
απλά την πίκρα και άδικο προτίμησα να κάψω.


Απάντηση δεν έδωσα τους άφησα να πράξουν,
ούτε που το σκέφτηκαν την γνώμη τους ν'αλλάξουν.



Όταν λοιπόν σταμάτησε σκούπισα τα μάτια
και η καρδιά μου έσπασε σε χίλια δυο κομμάτια.

«Ο μπάρμπα Τάσος ήτανε ενός πατέρα η ιστορία,
που αυτό που άξιζε ήταν μόνο η τιμωρία.

Να μην χαρεί τα εγγόνια του που τόσο αγαπούσε,
την θαλπωρή και ζεστασιά που τόσο λαχταρούσε.


Πώς σ'αυτόν τον άνθρωπο μια ώρα να του φτάσει,
εκεί έξω στην αυλή τα εγγόνια να χορτάσει???».

Τότε εγώ θυμήθηκα τον δόλιο μου Πατέρα,
που και 'γω στο ίδρυμα τον άφησα μια μέρα.

Σηκώθηκα και έφυγα να πάω να συναντήσω,
το μνήμα του Πατέρα μου ΣΥΓΝΩΜΗ να ζητήσω.


Ένα κερί του άναψα και έκλαιγα στο χώμα,
ας ζούσες πατερούλι μου και να σ'είχα ακόμα.


"Ποταμιώτης"

ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ!!!

ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ!!! 



Αν οι άνθρωποι, είχαν Θεό στην ζωή τους, 
δεν θα υπήρχαν γηροκομεία!
Γιατί, θα ζούσε ο ένας για τον άλλον 
και όχι ο ένας από τον άλλον.

Ο ΓΕΡΟΣ

Μια ιστορία θα σας πω που γνώρισα ένα γέρο,...
εδάκρυσαν τα µάτια µου χωρίς να τον εξέρω.

Μια συµβουλή στον άνθρωπο γράφω προτού γεράσει,
να τη διαβάζει πάντοτε να µην την εξεχάσει.
Άµα γεράσει ο άνθρωπος δεν τον συµπαθούνε 
τον θάνατο παρακαλούν να τον ξεφορτωθούνε. 

Γι’ αυτό και κράτα γέροντα, τα περουσιακά σου, 
γιατί µια µέρα θα βρεθείς στο δρόµο απ’ τα παιδιά σου.
Ο µεγαλύτερος εχθρός γίνεται το παιδί του 
κι ο φίλος ο καλύτερος είναι η σύνταξή του.


Άµα γεράσει ο άνθρωπος και δεν αυτοσυντηρείται,
καλύτερα ο θάνατος παρά να τυραννείται.


Σε µια γωνιά τον βάζουνε τον φουκαρά τον γέρο 
και για να τον κοιτάζουνε χρειάζεται συµφέρον.
Άµα γεράσει ο άνθρωπος και φύγουν τα παιδιά του 
του είναι απαραίτητο νά 'χει την συντροφιά του.


Άµα φύγει ο ένας από τους δυό ο άλλος γίνεται κουρέλι 
ο ένας τον σπρώχνει από τη µιά και άλλος δεν τον θέλει.
Την συµβουλή µου ανάλυσε και µην την εξεχάσεις, 
να τη διαβάζεις πάντοτε αλλά προτού γεράσεις. 





ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Στου γηροκοµείου την αυλή πάνω σ’ ένα παγκάκι 
κάθεται ολοµόναχο θλιµµένο γεροντάκι.
Σκέφτεται όσα έκανε όλα αυτά τα χρόνια 
και βλέπει πως κατάντησε σ’ αυτή την καταφρόνια.


Ευτυχισµένοι ζούσανε αυτοί κι η φαµελιά τους
κι η όµορφη γυναίκα του τα δύο τα παιδιά τους.
Γι’ αυτό και τα µορφώσανε, απ’ το υστέρηµά τους,
καµάρωναν που γίνονταν σπουδαία τα παιδιά τους.


Κουράγιο βρε γυναίκα µου ώσπου να µεγαλώσουν
είναι παιδιά πολύ καλά, θα µας το ανταποδώσουν.
Τα δυο παιδιά σπουδάσανε και στην Αµερική
κάνανε οικογένεια και µείνανε εκεί.


Από την στεναχώρια τους πριν κλείσει ένας χρόνος
πεθαίνει η γυναίκα του και µένει ο γέρος µόνος.
Ζήτησε απ’ τ’ αγόρι του να πάει ο καηµένος 
θυµάται τι τ’ απάντησε κι είναι φαρµακωµένος.


Πατέρα πολλά µας έκανες και σ’ ευχαριστούµε,
µα είναι δύσκολα εδώ µε γέροντες να ζούµε.
Ο γέρος τους απάντησε «νάχετε την ευχή µου 
κι εγώ θα 'βρω µια γωνιά στο άλλο το παιδί µου».


Μα όταν το ανέφερε στην κόρη του µια µέρα 
εκείνη του απάντησε «δεν γίνεται πατέρα».
Σπίτι µεγάλο έχουµε η κόρη καµαρώνει 
µα όσα µέτρα µείνανε το κάναµε σαλόνι.


Πόσο ο γέρος λαχταρά να ‘ναι µε τα παιδιά του 
νάχει τα εγγονάκια του πάνω στα γόνατά του.
Αυτή η σκέψη η γλυκιά το γέρο αποκοιµίζει 
του ιδρύµατος η ερηµιά όµως τον τριγυρίζει.


Ο γέρος εκοιµήθηκε µε πρόσωπο θλιµµένο την
άλλη µέρα το πρωί τον βρήκαν πεθαµένο. 







Στίχοι: Άννα Γιακουμάκη
Μουσική: Νίκος Βεζυράκης


Γέρο σε ’ τούτη τη ζωή,
Το μόνο έγκλημά σου,
Που εγέρασες κι εγίνηκες,
Βάρος για τα παιδιά σου.

Γέρασες και στο σπίτι του,
Κανένας δε σε θέλει,
Γιατί εξαναγίνηκες,
Απ’ την αρχή κοπέλι.

Άδικα παν οι κόποι σου,
Τσάμπα τα όνειρά σου,
Η στέρηση που πέρασες,
Να θρέψεις τα παιδιά σου .

Σαν ήσουν νέος έτρεχες,
Να μη ληφθεί κανένα,
Κι εδά δε βρίσκετ’ έρμε μου,
Να σ’ ανετάξει ένα .

Στο δρόμο σε πετάξανε,
τα ίδια τα παιδιά σου,
Σαν το σκουπίδι γέρο μου,
Ξάνει την καταντιά σου .

Μα θα γυρίσει ο τροχός,
Θα ’ρθει και η σειρά τους,
Στο δρόμο να τους βγάλουνε,
Κι εκείνους τα παιδιά τους .

Επέτρεψέ μου να τους πω,
Μόνο μια ιστορία,
Βγαλμένη μέσ’ απ’ τη ζωή,
Κι ας μου κρατάν κακία.

Παλιά, ο γέρος άνθρωπος,
Έπρεπε να πεθαίνει,
Το σοϊ του και τα παιδιά,
Άδικα μη βαραίνει.

Τα ίδια τα κοπέλια τους,
Λοιπόν τους οδηγούσαν,
Σε μια απόκριμνη κορφή,
Απ’ όπου τους πετούσαν.

Έτσι ένας γιος τον άρρωστο,
Και γέρο του πατέρα,
Θέλησε να ξεφορτωθεί,
Οριστικά μια μέρα.

Σ’ ένα γκρεμό τον οδηγεί,
Κι όταν στην άκρη φτάνει,
Βάλθηκε μια ερώτηση,
Του γέρου να του κάνει .

" Πατέρα, πες μου, Απο που θές ",
Του λέει, "να σεπετάξω ;
Ξέρεις πως είναι το έθιμο,
Κι εγώ δε θα τ’ αλλάξω "

Με ηρεμία του απαντάει
ο γέρος " Γιε μου ξά σου,
από `που σε πετάξουνε
και ’σένα τα παιδιά σου "

Είν’ αμαρτία απ’ το θεό,
Τους γέρους να πετάτε,
Ότι κι αν είναι, ειναι γονείς,
Μόνο να τσ’ αγαπάτε.

Παράδειγμα να γίνετε,
Οι ίδιοι στα παιδιά σας,
Αν θέλετε να `ναι καλά,
Ει τα γεράματά σας...